Ομιλία Κ. Ιωαννίδη μέλος ΔΣ ΑΣΓΜΕ για τη σχολική βία

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Η ΑΣΓΜΕ δεν θεωρεί ότι το ζήτημα του μπουλινγκ είναι δευτερεύον ζήτημα.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια γίνεται αρκετή συζήτηση και υπάρχει προβληματισμός γύρω από το ζήτημα της ενδοσχολικής βίας και των φαινομένων εκφοβισμού μέσα στο σχολείο, στις σχολές. Το ζήτημα ξαναήρθε στο προσκήνιο δυστυχώς με τραγικό τρόπο μετά τον θάνατο του σπουδαστή στα Γιάννενα.

Μια σειρά πραγματικά γεγονότα και περιστατικά καθώς και προβλήματα που υπάρχουν μέσα στα σχολεία και εντοπίζονται από γονείς και εκπαιδευτικούς, τα οποία μόνιμα και σταθερά πρέπει να απασχολούν και να γίνονται υπόθεση του κινήματος, μπαίνουν με πρόχειρο και ανεύθυνο τρόπο στην ίδια μοίρα με καταστάσεις και φυσιολογικές συνθήκες που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν μέσα στη ζωή της σχολικής κοινότητας.

Αυτά διογκώνονται και μπλέκονται με στοιχεία υπερβολής, στα πλαίσια συγκεκριμένων στοχεύσεων και σχεδιασμών, διαμορφώνοντας τελικά ένα δαιδαλώδες τοπίο γύρω από το ζήτημα.

Πολλοί γονείς, εκπαιδευτικοί και μαθητές προβληματίζονται, ανησυχούν, ψάχνουν απαντήσεις, απαιτούν -και σωστά- έγκαιρη και ολοκληρωμένη ενημέρωση γύρω από το ζήτημα σε μια περίοδο που οι ίδιες οι λαϊκές οικογένειες έχουν χίλια δυο προβλήματα που τους ταλανίζουν.

Εύλογα δημιουργούνται μια σειρά ερωτήματα γύρω από το ζήτημα του «σχολικού εκφοβισμού» ή του περιβόητου «μπούλινγκ».

  • Υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στα σχολεία σήμερα και ποιο είναι αυτό;
  • Η επιθετικότητα που εκδηλώνουν τα παιδιά και οι έφηβοι στη συμπεριφορά τους είναι καινούριο φαινόμενο;
  • Αυτές οι συμπεριφορές, που σε περίοδο κρίσης πολλαπλασιάζονται, έχουν καθαρά ενδοσχολικές αιτίες;
  • Ποιες είναι οι πραγματικές στοχεύσεις των διαφόρων εκστρατειών του υπουργείου Παιδείας και των διάφορων ΜΚΟ οι οποίες συσκοτίζουν τελικά τις αιτίες του προβλήματος, μπερδεύουν και δημιουργούν συγχύσεις;
  • Τελικά μπορούν αυτοί που γεννούν τα προβλήματα για το λαό και τη νεολαία που εντείνουν την επίθεση στη ζωή και τα δικαιώματά της να είναι μέρος της λύσης αυτών των προβλημάτων;

Η σημερινή πρωτοβουλία, όπως και άλλες που έχουν παρθεί το προηγούμενο διάστημα από Ενώσεις Γονέων αποτελούν συμβολή στο να αναδειχθούν πλευρές και προεκτάσεις.

Δεν επιδιώκουμε να δώσουμε τελικά και ολοκληρωμένα συμπεράσματα ούτε να κλείσουμε σήμερα τη συζήτηση.

Το αντίθετο. Ανοίγουμε τη συζήτηση και τον προβληματισμό, στον οποίο μπορούν να συμβάλουν με θετικό τρόπο επιστήμονες και εκπαιδευτικοί, το κίνημα των γονιών, σωματεία και φορείς του κινήματος, όλοι όσοι έχουν πραγματική αγωνία για το μέλλον και την προοπτική της νέας γενιάς, των παιδιών μας.

Η συζήτηση που γίνεται τα τελευταία χρόνια στα σχολεία, σε εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές κλπ, γύρω από το φαινόμενο του «σχολικού εκφοβισμού», όπως αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά ο όρος «bullying», δεν είναι τυχαία ούτε προέκυψε αυθόρμητα, μέσα από μια πραγματικά μεγάλη, τουλάχιστον για τη χώρα μας, ένταση του προβλήματος.

Βέβαια για ένα ζήτημα ή φαινόμενο, αν θέλετε, που δεν είναι ακόμα επιστημονικά οριοθετημένο, εδώ και 4 χρόνια, από το 2011, η 6η Μάρτη έχει καθιερωθεί από το υπουργείο Παιδείας ως «Ημέρα κατά της Βίας στο Σχολείο».

Ταυτόχρονα, κάτω από το βάρος των εξελίξεων, με τον τραγικό θάνατο του σπουδαστή στα Γιάννενα, υπήρχε προσπάθεια νομοθετικής παρέμβασης για την ποινικοποίηση του μπουλινγκ. Σημειώνω επίσης κάτι που θα ήταν ανέκδοτο αν δεν ήταν σοβαρό: η ΧΑ ήταν αυτή που με ενθουσιασμό πρότεινε την ποινικοποίηση του μπουλινγκ.

Σε έναν από τους ορισμούς που δίνεται στο συγκεκριμένο φαινόμενο εντοπίζονται τα εξής στοιχεία: «ο σχολικός εκφοβισμός είναι μια μορφή βίας με τρία κύρια χαρακτηριστικά: α) συνειδητή επιθετική συμπεριφορά κάποιου/ων εναντίον άλλου/-ων, β) έχει επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα και γ) υπάρχει σαφής διαφορά ισχύος (π.χ. σαφή υπεροχή φυσικής δύναμης ή κοινωνικής ισχύος του εκφοβιστή-θύτη σε σχέση με το στόχο-θύμα)».

Είναι σαφές ότι μια σειρά πλευρές ή εκφάνσεις των παραπάνω διατυπώσεων πραγματικά υπάρχουν μέσα στα σχολεία. Δεν είναι σωστό να λέγεται ότι όλα είναι ψέματα, ότι είναι τεχνητά, ότι είναι προπαγάνδα. Όλη η εκστρατεία ενάντια στο σχολικό εκφοβισμό πατάει πάνω σε πραγματικά γεγονότα.

Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα εν μέσω της κρίσης, μεγάλωσαν συνολικά τα προβλήματα και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι λαϊκές οικογένειες. Μεγάλωσαν τα άγχη, τα οικονομικά βάρη και η ανασφάλεια και αυτό είχε και έχει αντανάκλαση και στα παιδιά. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι τα παιδιά είναι τα μεγάλα θύματα της κρίσης και των αδιεξόδων ενός συστήματος που αναγνωρίζει σαν μοναδικό θεό του το κέρδος.

Χρειάζεται σίγουρα μελέτη και παραπέρα ψάξιμο των επιπτώσεων αυτής της κατάστασης στις στάσεις και τη συμπεριφορά των νέων.

Οι παραβατικές συμπεριφορές και τα «φαινόμενα σχολικού εκφοβισμού» που εντοπίζουν και μια σειρά έρευνες -με όλα τα ερωτηματικά φυσικά που έχουμε όσον αφορά στην πλήρη επιστημονική εγκυρότητά τους- οι νέες μορφές που παίρνουν αυτές οι συμπεριφορές, όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός, χρειάζεται οπωσδήποτε να μελετηθούν καλύτερα.

Θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο βασικά να κατανοηθούν καλά οι συνθήκες, το έδαφος μέσα στο οποίο γεννιούνται και αναπαράγονται. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε αυτά τα φαινόμενα να τα κατανοήσουμε και κατά συνέπεια να τα αντιμετωπίσουμε.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το όποιο πραγματικό πρόβλημα υπάρχει μέσω μιας γενίκευσης, που επιχειρείται πολλές φορές μέσα και από ασαφείς ορισμούς.

Δεν λύνεται το πρόβλημα με το να βάζουμε τα πάντα κάτω από την ταμπέλα του bullying. Να ταυτίζονται κάτω από έναν τίτλο-ομπρέλα διαφορετικά πράγματα, συμπεριφορές που έχουν διαφορετικά κίνητρα και αποτελέσματα.

Οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι γονείς γνωρίζουμε ότι τα παιδιά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, στην προσπάθεια να κοινωνικοποιηθούν, να βρουν το ρόλο τους στην ομάδα, έρχονται σε κόντρες, συγκρούσεις και διαμάχες. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των περιστατικών λύνεται από τους ίδιους τους εμπλεκομένους με τη βοήθεια των εκπαιδευτικών και των γονιών.

Η καθημερινότητα μέσα στα σχολεία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα που δεν θα είχε νόημα να αναλύσουμε. Όλοι μας ως παιδιά έχουμε μαλώσει, έχουμε τσακωθεί με τους φίλους και τους συμμαθητές μας, έχουμε πει μια κουβέντα παραπάνω, έχουμε πειράξει κάποιο συμμαθητή και οι ίδιοι έχουμε δεχτεί αντίστοιχα πειράγματα, έχουμε θυμώσει με κάποιο συμμαθητή μας και στο επόμενο διάλειμμα πάλι παίζαμε μαζί.

Αυτός είναι ο φυσιολογικός τρόπος κοινωνικοποίησης του παιδιού, αυτές τις διαδικασίες έχει η ένταξη στην ομάδα ανάμεσα σε παιδιά. Η διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας δεν γίνεται μέσα σε συνθήκες πειραματικού σωλήνα.

Από αυτήν την παραδοχή δεν προκύπτει βέβαια το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Έχει βάση αυτό που εντοπίζουν πολλοί εκπαιδευτικοί και γονείς για αύξηση της επιθετικότητας των παιδιών ή περιστατικά συγκρούσεων μεταξύ των μαθητών.

Μπορούν όλα αυτά να μπουν κάτω από μία ομπρέλα και να ονομαστούν φαινόμενο; Και αν ναι, το κύριο ερώτημα που ανακύπτει δεν είναι μήπως το: ποια η «ρίζα» του προβλήματος;

Οι αιτίες του προβλήματος κατά τη γνώμη μας πρέπει να αναζητηθούν μέσα στην κοινωνία. Μέσα στο ίδιο το σύστημα που, από την ίδια τη φύση του, καλλιεργεί τον ανταγωνισμό, την κοινωνική βαρβαρότητα. Καλλιεργεί τις «αξίες» της εκμεταλλεύτριας τάξης, την αντίληψη «ο θάνατός σου η ζωή μου».

Αυτό που ακούει συνήθως, σχεδόν από παντού, ο μαθητής, ο σπουδαστής, ο φοιτητής, είναι ότι πρέπει «να κοιτάει την πάρτη του», να βρει έναν τρόπο να βολευτεί ο ίδιος και να μη νοιάζεται για το τι κάνουν οι άλλοι.

Πολύ περισσότερο να μην ασχολείται με αγώνες, διεκδικήσεις, συλλογική οργάνωση, αφού όλα αυτά θεωρούνται «ξεπερασμένα», «χωρίς κανένα όφελος».

Και όλα αυτά προφανώς αναπαράγονται και από το εκπαιδευτικό σύστημα με τη μετατροπή του σχολείου σε εξεταστικό κέντρο, βάζοντας τους μαθητές να κυνηγούν τις επιδόσεις και τους βαθμούς, τις «επιδόσεις» και τα πολλά, κατ’ όνομα, «προσόντα».

Η ίδια η μετατροπή της μόρφωσης και της υγιούς κοινωνικοποίησης σε «δεξιότητες» για να «γίνεις πιο ανταγωνιστικός» στην αγορά εργασίας, σμπαραλιάζει κυριολεκτικά την προσωπικότητα του νέου ανθρώπου, του αποστερεί βασικές ανάγκες που έχει στην παιδική, την εφηβική του ηλικία, ακόμα και στα υπόλοιπα πρώτα χρόνια της ενήλικης πλέον νεότητάς του.

Το «νέο σχολείο» της αγοράς εντείνει την ημιμάθεια, την αποσπασματικότητα της γνώσης, γίνεται πιο αντιδραστικό βαθαίνοντας τις ταξικές ανισότητες.

Ταυτόχρονα το παιδί και η οικογένειά του ζουν και υπάρχουν μέσα στην κοινωνία και σε αλληλεπίδραση μ’ αυτήν. Η κοινωνία δεν είναι απλά ένα άθροισμα ξεχωριστών ατόμων.

Διαμορφώνονται σχέσεις πολύπλοκες και αντιφατικές.

Ο άνθρωπος δε βρίσκει μέσα στην κοινωνία μόνο τις εξωτερικές συνθήκες που πρέπει να προσαρμόσει σε αυτές τη δραστηριότητά του, αλλά τις τροποποιεί με τη δράση του.

Οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι απλά «εξωτερικό περιβάλλον» για τον άνθρωπο, οι κοινωνικές συνθήκες κουβαλάνε μέσα τους τα κίνητρα και τους σκοπούς της δραστηριότητας, τα μέσα και τους τρόπους της, με μια λέξη η κοινωνία παράγει τη δραστηριότητα των ατόμων που τη συνθέτουν.

Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι όσο λάθος είναι να λέμε ότι για όλα φταίει η φύση και το DNA του ανθρώπου, και στην προκειμένη περίπτωση του παιδιού που υποπίπτει σε κάποιου είδους παραβατική συμπεριφορά, άλλο τόσο λανθασμένο είναι το ότι για όλα φταίει το περιβάλλον και ο κοινωνικός περίγυρος.

Φυσικά κάποιος καλοπροαίρετα μπορεί να θέσει το ερώτημα: αφού βρίσκεται στην κοινωνία η βασική αιτία του προβλήματος, τότε γιατί όλοι οι άνθρωποι δεν εκφράζονται με επιθετικότητα, γιατί όλοι οι νέοι δεν κάνουν μπούλινγκ;

Ας δούμε ορισμένα ζητήματα. Μέχρι τώρα συμφωνούμε ότι στη διαδικασία του σχολικού εκφοβισμού υπάρχει ένας θύτης και ένα θύμα, είτε άτομα είτε ομάδες. Τι σημαίνει αυτό; Ότι για κάποια άτομα έχει νόημα να είναι θύτες. Αυτό από μόνο του δεν φτάνει. Η επιθετική συμπεριφορά δεν έχει πάντα την ίδια σημασία, το ίδιο «προσωπικό νόημα» για εκείνον που την εκδηλώνει. Εχει ιδιαίτερη σημασία η «θέση» που καταλαμβάνει η επιθετική συμπεριφορά στην πράξη κάθε ανθρώπου. Πρόκειται για μια υπερβολική αμυντική αντίδραση; Για το αποτέλεσμα μιας έντονης συναισθηματικής φόρτισης; Ή μήπως αποτελεί έναν αυτοτελή σκοπό και αποκτά ένα αυτοτελές νόημα για την προσωπικότητα; Πρέπει να θέτουμε την παραπάνω ερώτηση, γιατί είναι σημαντικό κάθε φορά να διαχωρίζουμε με τι είδους επιθετική συμπεριφορά έχουμε να κάνουμε.

Κι εδώ είναι φανερό πως στην περίπτωση του σχολικού εκφοβισμού δεν έχουμε να κάνουν με μια εκδήλωση πρόσκαιρης συναισθηματικής φόρτισης, αλλά για μια επιθετική συμπεριφορά με ποιο βαθύ και μόνιμο χαρακτήρα. Κι εδώ, όμως και πάλι, μπορεί να έχει αυτή η συμπεριφορά διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά κι αιτίες, από περίπτωση σε περίπτωση.

Βλέπουμε δηλαδή πως μέσα στη διαδικασία ανάπτυξης της προσωπικότητας, μέσω της δραστηριότητας και μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, διαμορφώνονται τόσο οι ανάγκες, όσο και τα κίνητρα, οι στόχοι της προσωπικότητας που κινητοποιούν τον άνθρωπο προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και δημιουργούν τον «προσανατολισμό της προσωπικότητας».

Αν η προσωπικότητας διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο που αποκτά έναν καθαρά εγωιστικό προσανατολισμό, τότε είναι πολύ πιθανή η εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς με στόχο την ικανοποίηση των «αναγκών» εκείνου που επιτίθεται, όπως, βέβαια, αυτός τις συνειδητοποιεί. Π.χ. της ανάγκης του για κυριαρχία μέσα σε ένα σύνολο ανθρώπων, σε μια ομάδα ανθρώπων, ή της ανάγκης του για αναγνώριση από το κοινωνικό σύνολο ή αρχικά της αναγνώρισης από ένα σύνολο ανθρώπων.

Για παράδειγμα, γνωρίζουμε πως βασική ανάγκη του παιδιού και γενικότερα του ανθρώπου είναι αυτή της αναγνώρισης. Μια σειρά μελετών έδειξαν πως η αποστέρηση της ανάγκης των παιδιών για αναγνώριση συνδέεται με την ανάπτυξη της επιθετικής συμπεριφοράς. Η αδυναμία υλοποίησης αυτής της ανάγκης οδηγεί τα παιδιά και στην επιθετικότητα. Το ίδιο κι η ματαίωση της ανάγκης για επικοινωνία με τους ενήλικες μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση της επιθετικότητας.

Εκτιμάται, επίσης, ότι η επιθετική συμπεριφορά του παιδιού μπορεί να σχετίζεται με την απομόνωση του παιδιού από τους συνομήλικούς του.  Μια αρνητική αντιμετώπιση του παιδιού από τον εκπαιδευτικό δημιουργεί και επιτείνει την απομόνωση του παιδιού από τους συνομηλίκους του.

 

Δεν ξεχνάμε ούτε στιγμή ποιοι είναι αυτοί που προβάλλουν αυτούς τους τρόπους επικοινωνίας, ποιοι είναι αυτοί που αποθεώνουν τη χρήση συγκεκριμένων εφαρμογών νέων τεχνολογιών: Και δεν είναι άλλοι από τους μονοπωλιακούς ομίλους που συνεχώς θησαυρίζουν.

Είναι οι ίδιοι που καλλιέργησαν τη λογική της «κλειδαρότρυπας», των διάφορων τηλεοπτικών και όχι μόνο «σκουπιδιών», που βγάζουν στη φόρα την αυστηρά προσωπική ζωή των συμμετεχόντων. Δεν είναι πολλά τα χρόνια που πέρασαν από τα διάφορα τηλεοπτικά «bigbrother» και Σία.

Το ίδιο το σύστημα προβάλλει την επιθετικότητα και αποθεώνει την ατομική βία του «υπερήρωα» και του «άτρωτου» που «καθαρίζει» τους αντιπάλους του, μέσα από ταινίες, σειρές και εκπομπές στην τηλεόραση και το διαδίκτυο, μέσα από διαφημίσεις, παιχνίδια, ακόμα και κινούμενα σχέδια.

Ας αναρωτηθούμε όμως: Ποιοι είναι αυτοί που κόπτονται να «πατάξουν τη βία στα σχολεία»;

Είναι οι κυβερνήσεις που μαζί με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ συμμετέχουν σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους σκοτώνοντας και σακατεύοντας εκατομμύρια παιδιά. Που ευθύνονται για την καθημερινή πια εικόνα των πνιγμένων παιδιών στο Αιγαίο.

Παρουσιάζονται σαν επίδοξοι «σωτήρες» αυτοί που καταδικάζουν τους μαθητές και τις οικογένειές τους στη φτώχεια, την ανασφάλεια, την κρίση. Που καλλιεργούν τη «ναρκωκουλτούρα», τον διαχωρισμό των ναρκωτικών σε «σκληρά» και «μαλακά». Αυτοί που με την πολιτική τους αναπαράγουν την ανισοτιμία και φυλετική καταπίεση της γυναίκας. Την εικόνα της ως σκεύος ηδονής.

Αλήθεια ο ρατσισμός, ο φασισμός, η ξενοφοβία, είναι προϊόν μιας περιθωριακής πολιτικής στάσης; Δεν τροφοδοτείται από το ίδιο το σύστημα; Αυτές τις εμπειρίες συσσωρεύουν τα παιδιά μέσα στο σημερινό περιβάλλον. Αυτό είναι το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο καλλιεργούνται, αναπαράγονται και διογκώνονται φαινόμενα όπως αυτό του «σχολικού εκφοβισμού».

Δεν είναι τυχαίο ότι πάνω σε αυτό το πρόβλημα έχει στηθεί μία ολόκληρη επιχείρηση, που πέραν των άλλων συμμετέχουν και διάφορες ΜΚΟ.

Αλήθεια πιστεύει κανείς ότι το πρόβλημα μπορούν να το αντιμετωπίσουν οι διάφορες ΜΚΟ, που διαχειρίζονται τεράστια κονδύλια;

Όλα λοιπόν είναι ζήτημα θεραπείας και επιμορφώσεων!!! Ομιλίες ειδικών, πρακτικές αντιμετώπισης, επιμορφώσεις, ψυχολόγοι, ψυχίατροι, θα κάνουν καλά τον άρρωστο, τον ανεπίδεκτο κοινωνικής μαθήσεως, δηλαδή αυτόν που εξωτερικεύει καταστροφικά τη βία που δέχεται από την καπιταλιστική κοινωνία.

Αν δεχτούμε αυτή την αντίληψη τότε τα πάντα έχουν να κάνουν με την ευαισθητοποίηση και την επιμόρφωση. Μάλιστα η κυβέρνηση προχώρησε σε επιμόρφωση μέσω ΕΣΠΑ 16.500 εκπαιδευτικών ενώ ταυτόχρονα μίλησε για την ανάγκη οι δομές αγωγής υγείας να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του ζητήματος.

Φυσικά, κάποιος θα πει «δεν χρειάζονται όλα αυτά; Δεν χρειάζεται να ενημερωθεί η λαϊκή οικογένεια, να μάθει πώς να αντιμετωπίζει το φαινόμενο αυτό;».

Φυσικά, πρακτικές αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων είναι απαραίτητες, όπως επίσης είναι αναγκαία και η παρουσία εξειδικευμένων επιστημόνων, πχ. Ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στα σχολεία.

Όμως αγαπητοί φίλοι απαιτείται προσοχή! Η παρουσία τέτοιων επιστημόνων δεν είναι αναγκαία για να βρεθεί ο δήθεν άρρωστος μαθητής, ούτε για να μάθουν στους εφήβους  να «είναι φίλοι» ή να σκέφτονται και να μιλούν σαν μικροί ψυχολόγοι. Γιατί κακά τα ψέματα, εδώ δεν έχουμε μόνο να αντιμετωπίσουμε την ψυχιατρικοποίηση του φαινομένου, αλλά και μια προσπάθεια ο αυθορμητισμός των νέων να μπει στα καλούπια του «πολιτικά ορθού», που σε μια προοπτική δεν θα είναι κάποιος πειραχτήρι αλλά bully-νταής, θύτης…

Πιστεύει ειλικρινά κανείς ότι υπάρχει περίπτωση να το αντιμετωπίσουν οι παρεμβάσεις εισαγγελέων και οι «περιπολίες» μαθητών και καθηγητών σε ρόλο αστυνομικού στα διαλείμματα, κατά τα πρότυπα του «αστυνομικού της γειτονιάς» που σκαρφίζονται ορισμένοι «αρμόδιοι»;

Δεν μπορεί κανείς να πέφτει από τα σύννεφα όταν αυτές οι «αξίες» του κοινωνικού συστήματος και η στάση ζωής που καλλιεργείται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες παίρνουν τη μορφή μιας επιθετικής, παραβατικής συμπεριφοράς.

Αν λοιπόν θέλει κάποιος να μιλήσει για βία πρέπει να κοιτάξει και  πέρα, και μάλιστα κυρίως πέρα, από τους τέσσερις τοίχους της οικογένειας. Γιατί βία είναι μέσα στο σχολείο το ένα παιδί να έχει πρόσβαση σε εξωσχολική στήριξη και το άλλο όχι. Βία είναι το ένα παιδί να οργανώνει τον χρόνο για να δώσει πανελλαδικές εξετάσεις για να περάσει σε κάποιο πανεπιστήμιο και το άλλο να έχει συμβιβαστεί με τους ταξικούς τοίχους που ορθώνονται μπροστά του. Βία είναι να μην μπορείς να πας διακοπές και ο συμμαθητής σου να λέει πόσο ωραία πέρασε το καλοκαίρι. Βία είναι να ακούς τα μπράβο του δασκάλου και του καθηγητή και εσύ συνεχώς να είσαι το ξύλο το απελέκητο που πρέπει να τελειώνει το σχολείο νωρίς-νωρίς για να μάθει καμιά τέχνη.

 

Συνεπώς η αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στην αναζήτηση των ακριβώς αντίθετων, ριζικά διαφορετικών αξιών από αυτές που μας προβάλλουν και ταυτόχρονα τις νομοθετούν.

Ενώ το σχολείο είναι συλλογικός χώρος σήμερα δεν λειτουργεί έτσι. Στη θέση του ανταγωνισμού πρέπει να μπαίνει η ομαδικότητα, η αλληλοβοήθεια, η αλληλεγγύη, να γνωρίζουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές, τα παιδιά μας, σε κάθε σχολείο και γειτονιά.

Στη θέση του ατομισμού να μπει η συλλογικότητα. Στη θέση της αδιαφορίας για το τι συμβαίνει γύρω μας, να μπει η οργανωμένη διεκδίκηση.

Και σε αυτή την υπόθεση σημαντικός είναι και ο ρόλος των γονιών.

Μέσα στο σχολείο, συχνά και μέσα στην ίδια την οικογένεια, μπορεί  να ακούγονται ή να δουλεύονται πράγματα που, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να μη βοηθούν. Π.χ. Λέμε στα παιδιά μας «για να αντέξεις στη σημερινή σκληρή κοινωνία πρέπει να είσαι σκληρός». Σωστό και λάθος ταυτόχρονα. Το ερώτημα είναι σκληρός απέναντι σε ποιόν; Γιατί αν σημαίνει «μη δίνεις και τόση σημασία σε όση δυστυχία υπάρχει γύρω σου, κοίτα εσύ να τα καταφέρεις να μη βρεθείς σε αυτή τη θέση», τότε κινδυνεύουμε να διαμορφώσουμε προσωπικότητες με υπερβολικό εγωισμό.

Νιώθω καμιά φορά ότι το μήνυμα πρέπει να είναι «για να αντέξεις στη σημερινή σκληρή κοινωνία πρέπει να είσαι ευαίσθητος και διεκδικητικός», να συμπονάς με τον πόνο του άλλου που τον βλέπεις σαν ίσο και όχι σαν «καημένο», να κοντοστέκεσαι και να ερμηνεύεις, να προσπαθείς να μπεις στη θέση του, διεκδικώντας το δίκιο σου, όχι μόνο το δικό σου αλλά όλων. Να συγκινούνται τα παιδιά με τα παραδείγματα των ηρώων που έβαλαν το συλλογικό πάνω από το ατομικό, που ακόμη και θυσιάστηκαν για πανανθρώπινα ιδανικά, να εμπνέονται από αυτά. Σκεφτείτε για παράδειγμα πόσα «αντιbullying συναισθήματα» – ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος όρος – θα μπορούσε να εγείρει στους μαθητές μια συζήτηση στη σχολική τάξη μια συζήτηση για τη στάση των συνομηλίκων τους που συμμετείχαν δεκαετίες πριν στην εθνική αντίσταση ή στον αντιδικτατορικό αγώνα. Εκεί θα δουν το και το προσωπικό «αυτοσυναίσθημα» εξυψώνεται παλεύοντας για τη ζωή όλων και όχι μειώνοντας και εξευτελίζοντας τους άλλους. Εκεί θα δουν ότι πραγματικός ήρωας είναι αυτός που μάχεται «υπέρ όλων των αδυνάτων» και όχι αυτός που χτυπά τον αδύναμο.

 

Να διδάξουμε στα παιδιά μας να βλέπουν τον κόσμο λίγο πιο πλατιά. Καμιά φορά έχει αξία να τους μιλάμε και για το τι γίνεται παραέξω, σε σπίτια με κομμένο ρεύμα, πώς περνούν οι συνομήλικοί τους στη μακρινή Παλαιστίνη, όχι για να νιώθουν μόνο ευχαριστημένα και για να εκτιμούν το ότι αυτά που έχουν (έτσι πάλι δεν πετυχαίνουμε το στόχο μας – αυτή η προσέγγιση είναι και πάλι ατομικιστική), αλλά και προκειμένου να πάρουν τη θέση τους στη διεκδίκηση να έχουν όλοι όσα δικαιούνται.

Ιδιαίτερα για το γονέα και το δάσκαλο, την ύψιστη σημασία έχει το προσωπικό παράδειγμα. Να βλέπουν έμπρακτα την αλληλεγγύη, το νοιάξιμο, το ενδιαφέρον, τη συμμετοχή στο λαϊκό κίνημα. Ν΄ ακούσει το παιδί στη συζήτηση στο τραπέζι, πώς ο γονιός υπερασπίστηκε το συνάδελφο που θίχτηκε ή αδικήθηκε στη δουλειά και, το πιθανότερο είναι ότι θα το αξιοποιήσει όταν θα θιχτεί ή θα θυματοποιηθεί ο συμμαθητής του.

Στη θέση της καλλιέργειας κλίματος γενικής απειλής μαθητών από μαθητές να μπαίνει το σύνθημα: «Ένας για όλους και όλοι για έναν», «μαζί είμαστε πιο δυνατοί».

 

 

Σπάτα 9/12/2015

Advertisements